Arthur Rimbaud - Une saison en enfer - 016 - Délires - II - Alchimie du verbe 05 (Greek translation)

French

Une saison en enfer - 016 - Délires - II - Alchimie du verbe 05

. . Je devins un opéra fabuleux : je vis que tous les êtres ont une fatalité de bonheur : l’action n’est pas la vie, mais une façon de gâcher quelque force, un énervement. La morale est la faiblesse de la cervelle.
 
. . À chaque être, plusieurs autres vies me semblaient dues. Ce monsieur ne sait ce qu’il fait : il est un ange. Cette famille est une nichée de chiens. Devant plusieurs hommes, je causai tout haut avec un moment d’une de leurs autres vies. — Ainsi, j’ai aimé un porc.
 
. . Aucun des sophismes de la folie, — la folie qu’on enferme, — n’a été oublié par moi : je pourrais les redire tous, je tiens le système.
 
. . Ma santé fut menacée. La terreur venait. Je tombais dans des sommeils de plusieurs jours, et, levé, je continuais les rêves les plus tristes. J’étais mûr pour le trépas, et par une route de dangers ma faiblesse me menait aux confins du monde et de la Cimmérie, patrie de l’ombre et des tourbillons.
 
. . Je dus voyager, distraire les enchantements assemblés sur mon cerveau. Sur la mer, que j’aimais comme si elle eût dû me laver d’une souillure, je voyais se lever la croix consolatrice. J’avais été damné par l’arc-en-ciel. Le Bonheur était ma fatalité, mon remords, mon ver : ma vie serait toujours trop immense pour être dévouée à la force et à la beauté.
 
. . Le Bonheur ! Sa dent, douce à la mort, m’avertissait au chant du coq, — ad matutinum, au Christus venit, — dans les plus sombres villes :
 
            Ô saisons, ô châteaux !
            Quelle âme est sans défauts ?
 
            J’ai fait la magique étude
            Du bonheur, qu’aucun n’élude.
 
            Salut à lui, chaque fois
            Que chante le coq gaulois.
 
            Ah ! je n’aurai plus d’envie :
            Il s’est chargé de ma vie.
 
            Ce charme a pris âme et corps
            Et dispersé les efforts.
 
            Ô saisons, ô châteaux !
 
            L’heure de sa fuite, hélas !
            Sera l’heure du trépas.
 
            Ô saisons, ô châteaux !
 
. . Cela s’est passé. Je sais aujourd’hui saluer la beauté.
 
Submitted by Guernes on Sat, 04/11/2017 - 20:48
Last edited by Guernes on Thu, 09/11/2017 - 17:34
Align paragraphs
Greek translation

Παραληρημα - ΙΙ - Η αλχημεια του λογου 05

. . με ήλιο. Έγινα μια όπερα περίφημη: Είδα πως κάθε πλάσμα καταδικάσθηκε στην ευτυχία. Η δράση δεν είναι ζωή, είναι ένας τρόπος να εξασθενείς, ένας εκνευρισμός. Η ηθική είναι η αδυναμία του εγκεφάλου.
Κάθε πλάσμα κι άλλες διάφορες ζωές πρέπει να’ χει. Αυτός ο Κύριος δε γνωρίζει τι πράττει· Είναι ένας Άγγελος. Τούτη η οικογένεια είναι σα γενιά κουταβιών. Με μερικά άτομα, λογόφερα σε κάποια στιγμή από τις προηγούμενες υπάρξεις τους – όπως ακριβώς δηλαδή συνέβη κι αγάπησα αυτό το γουρούνι.
 
. . Καμιά από τις σοφιστείες της παραφροσύνης, – της τρέλας που κάποιος κλείδωσε, – δεν έχει λησμονηθεί από μένα: Θα μπορούσα να τις απαριθμήσω όλες, κατέχω το σύστημα.
 
. . Η υγεία μου απειλήθηκε. Ο τρόμος με πλησίασε. Αρκετές μέρες μισοκοιμάμαι, και ξυπνώντας, τα πιο θλιβερά μου όνειρα συνεχίζονται. Ήμουν έτοιμος για το θάνατο, και από επικίνδυνους δρόμους η αδυναμία μου με οδήγησε στο όριο του κόσμου και στη Cimmeria (Κριμαία), στη χώρα του σκότους και του ανεμοστρόβιλου.
 
. . Έπρεπε να ταξιδέψω, για να διαλύσω τις συναγμένες στο νου μου γοητείες. Στη θάλασσα, που αγάπησα σαν να επρόκειτο να διώξει μακριά την ακαθαρσία μου, είδα τον σταυρό της παρηγοριάς ν’ αναδύεται. Καταδικασμένος κι απ΄ το ουράνιο τόξο. Η ευτυχία ήταν η μοίρα μου, η τύψη μου, το σκουλήκι μου: Η ζωή μου θα ήταν για πάντα θεόρατη ώστε να αφιερωθεί στη δύναμη και στην ομορφιά.
 
. . Ευτυχία! Το θανατερό γλυκό της τσίμπημα, μου θύμισε του πετεινού το πρώτο λάλημα- ad matutinum, Christus venit – στις πιο σκοτεινές πόλεις:
 
            Ω Εποχές, Ω Κάστρα!
            Ποια καρδιά είναι αμόλυντη;
 
            Έμαθα το μαγικό της Ευτυχίας:
            Άπαντες γοητεύει.
 
            Ζητωκραυγάστε για αυτή σε κάθε εποχή,
            κάθε φορά που ο πετεινός τον Γαλατών λαλεί
 
            Α! Κανένας φθόνος πια:
            Τη ζωή μου την έκανε ζωή του
 
            Κείνη η γοητεία είχε πάρει σάρκα και οστά
            διασπείροντας τις προσπάθειες
 
            Ω Εποχές, Ω Κάστρα!
            Αλίμονο! Η στιγμή της διαφυγής του,
            θα σημάνει την ώρα του θανάτου μου
 
            Ω Εποχές, Ω Κάστρα!
 
. . Αυτά είναι παρελθόν. Σήμερα ξέρω πώς να δοξάσω την ομορφιά.
 
© Christian Guernes
Submitted by Guernes on Fri, 15/12/2017 - 19:44
Comments